coronavirusss-thumb-large


Η «επιστροφή των ειδικών» που κάποτε πολλοί λοιδόρησαν σαν «χαρτογιακάδες», «γκρίζα ανθρωπάκια», «υπηρέτες της εξουσίας», «μοχλούς του συστήματος» συνιστά βασικό χαρακτηριστικό της στρατηγικής της ελληνικής κυβέρνησης για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Διότι, «η γνώση», όπως σημείωνε ο Δ.Θ. Τσάτσος, «αποκτά σήμερα μέσα στο πλαίσιο της κοινωνίας μια νέα διάσταση: γίνεται παράγοντας κατ’ αρχήν πολιτικός» αφού «οι φορείς των ‘ιδιαίτερων’ και ‘ειδικών’ γνώσεων παρουσιάζουν τη σκέψη τους, τη γνώμη τους, τη ‘διάγνωσή’ τους με το αίτημα μιας απόλυτης εγκυρότητας…μιας νέας ‘τελεσιδικίας’ του ‘άριστα’ γνωρίζοντος, του ειδικού», των «ανθρώπων της υποδομής».

Παραδοσιακά, η πολιτική ηγεσία είναι εκείνη που καθορίζει την πολιτική γραμμή και οι δημόσιοι υπάλληλοι την εφαρμόζουν. Η δημόσια διοίκηση είναι ένα αξιόπιστο όργανο στα χέρια των πολιτικών που κυβερνούν. Συνέπεια αυτής της αρχής είναι ότι στην κλασική αυτή θεώρηση τα ανώτατα στελέχη έχουν την επιρροή του ‘κύρους,’ όχι όμως την εξουσία λήψης της απόφασης. Απλά υποδεικνύουν στην κυβέρνηση τις συνέπειες μιας πολιτικής χωρίς να μπορούν και να την επιβάλλουν. Η απόφαση είναι υπόθεση του υπουργού. Ωστόσο, αυτό το μοντέλο των σχέσεων δεν φαίνεται να έχει αντέξει. Η διοίκηση δεν είναι παθητικό όργανο και μπορεί να επηρεάσει τη ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών. Δεν μπορεί, επομένως, να αμφισβητηθεί ότι η πολυπλοκότητα και η τεχνικότητα των προβλημάτων προς επίλυση ενισχύουν την επιρροή των ανώτερων στελεχών, έστω κι αν τυπικά δεν έχουν την αρμοδιότητα να παίρνουν αποφάσεις.

Προδρομικές μορφές της τεχνοκρατικής ιδεολογίας βρίσκουμε στη Γαλλία του 19ου αιώνα με τον Saint-Simon. Όμως η απαρχή των σύγχρονων αποκρυσταλλώσεών της τοποθετείται στις αρχές του 20ου αιώνα στην Αμερική όπου από το 1904 ο Thorstein Veblen άρχισε να οικοδομεί ολόκληρη θεωρία η οποία οραματίζεται την αντικατάσταση του επιχειρηματία από τον τεχνικό (engineer), αυτόν που το 1941 ο James Burnham θα ονομάσει manager. Ο πολλαπλασιασμός των προβλημάτων έθεσαν τις κυβερνήσεις από τις αρχές της δεκαετίας του ’30 σε αδιέξοδα και τα πολιτικά συστήματα σε αμφισβήτηση. Είναι η εποχή της οικονομικής κρίσης, η εποχή στην οποία οι θεωρίες των G. Mosca και V. Pareto για τις ελίτ ανθούν στην Ευρώπη και τονίζουν την διάκριση της «κυβερνώσας ελίτ» από τη «μη-κυβερνώσα ελίτ», ανάμεσα σε αυτούς που έχουν τη δύναμη (κυβερνώσα ελίτ), που κατέχουν τις θέσεις-κλειδιά της πολιτικής προσταγής και επηρεάζουν τις πολιτικές αποφάσεις, και σε αυτούς που δεν έχουν τίποτα (μάζες).

Σοβαροί μελετητές υποστήριζαν ότι το μεταπολεμικό κράτος έπρεπε να οργανωθεί στα πρότυπα μιας μεγάλης επιχείρησης. Κι αυτό όχι μόνο γιατί, όπως υποστήριζαν, υπήρχε ανάγκη αποτελεσματικότητας της κρατικής μηχανής αλλά επειδή ο παρεμβατισμός του κράτους και η αλληλεξάρτηση των οικονομιών τους, η ταχύτητα λήψης πολιτικών αποφάσεων και η τεχνικότητα των προβλημάτων της κοινωνίας και της πολιτικής το επέβαλλαν. Έτσι οι ‘ειδικοί’ για τα οικονομικά και στρατιωτικά ζητήματα έγιναν τεχνοκράτες του κράτους; Όχι ακριβώς. Αυτοί ήταν και παραμένουν τεχνικοί σύμβουλοι της πολιτικής εξουσίας. Μετατρέπονται όμως σε τεχνοκράτες από τη στιγμή που εκμεταλλεύονται τη θέση του ειδικού που κατέχουν λόγω των γνώσεών τους, θέλουν ή προσπαθούν να πάρουν οι ίδιοι την πολιτική απόφαση ή να επηρεάσουν τη λήψη της. Έτσι η αρχή της «τεχνοκρατικής κυριαρχίας» ή «τεχνοδημοκρατίας» φαίνεται να αντιμάχεται εξαρχής την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Πράγματι, η τεχνοκρατική αντίληψη ξεκινά από την αντιδιαστολή του πολιτικού και του τεχνικούֹ εκφράζεται στην τυπική της μορφή με τον υποβιβασμό και με την εκθρόνιση του πολιτικού προς όφελος του τεχνικού.  Γιατί η τεχνοκρατία είναι η πολιτική φιλοδοξία του τεχνικού. Στο τέρμα του τεχνοκρατικού προσανατολισμού, γράφει ο Δ. Αθανασόπουλος, υπάρχει ο συντεχνιακός μεσσιανισμός και η δικτατορία.

Χαρακτηριστική ως προς αυτό ήταν η ρήση του Κ. Καραμανλή στο Κοινοβούλιο στις 8 Ιανουαρίου του 1975 που αντικατοπτρίζει διαχρονικά το έλλειμμα δημοκρατίας στην καρδιά του πολιτικού συστήματος: «Ο λαός μου εμπιστεύθηκε την εξουσία. Δεν μου είπε πώς να την ασκήσω»ֹ μια δήλωση που υπονοεί ότι η κρίση του πρωθυπουργού δεν περιορίζεται από το κοινοβούλιο, την κυβέρνηση ή το κόμμα.

Η εφαρμογή, ο έλεγχος και η μονοπώληση της ‘γνώσης’, της ‘διανοητικής εργασίας’ από μέρους του Κράτους-επιστήμονα καθορίζει πλέον και τις λειτουργίες του, η σημαντικότερη εκ των οποίων δεν είναι άλλη από τη διατήρηση της συνοχής της κοινωνίας. Το κράτος χρησιμοποιεί τη γνώση για να νομιμοποιήσει μια συγκεκριμένη ιδεολογία, μια πολιτική. Ο Πουλαντζάς επισημαίνει τον κεντρικό ρόλο της επιστημονικής γνώσης στην εξέλιξη του καπιταλισμού ώστε δεν μπορεί κανείς να μιλά για τεχνολογία ή γνώση χωρίς να μιλά για εξουσία.

Σήμερα, το κράτος έχει γίνει ο σημαντικότερος πελάτης του ιδιωτικού τομέα και αρκετές επιχειρήσεις δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν χωρίς τις επιχορηγήσεις, τις πιστώσεις και την πελατεία του δημοσίου. Ωστόσο, η διαπλοκή αγοράς, γνώσης και πολιτικής δεν προωθεί αναγκαστικά τους σκοπούς της τελευταίας. Οι άνθρωποι της τεχνοδομής δεν ενδιαφέρονται για τίποτε άλλο παρά για την αποτελεσματικότητα της επιχείρησης, προκαλώντας κινδύνους για τους πολίτες και το κράτος. Για τους πολίτες, στο μέτρο που τους προκαλούνται ανάγκες, με την επιβολή του καταναλωτισμού και της αναπόφευκτης εκμετάλλευσης και αλλοτρίωσης μέσα από την διαμορφωνόμενη μόδα και κουλτούρα. Για το κράτος, στο βαθμό που οι τεχνοκράτες προσπαθούν να αναγάγουν τον τεχνολογικό τους ορθολογισμό σε ορθολογισμό του κράτους (εδώ θυμόμαστε το περίφημο «ό,τι είναι καλό για την General Motors, είναι καλό για την Αμερική»), να ταυτίσουν δηλαδή την πολιτική του κράτους με τη δική τους. Εδώ τίθεται και το σημαντικότερο πρόβλημα της τεχνοκρατίας του δημόσιου τομέα.

Άλλωστε, όπως αναφέρθηκε, η κύρια συνάντηση του πολιτικού με το τεχνικό πραγματοποιείται συχνότατα στο χώρο των υπουργικών γραφείων. Αυτά συνιστούν την εστία ή την αφετηρία της κύριας  εκδήλωσης των τεχνοκρατικών επιδιώξεων. Έτσι εξηγείται ότι σε πολλές περιπτώσεις διευθυντές των υπουργικών γραφείων, σύμβουλοι και εμπειρογνώμονες κατέχουν μια ισχυρή δύναμη και επιρροή που αποδείχνεται ανώτερη και από εκείνη ενός υπουργού. 

*Ο Δρ. Αντώνης Καρβούνης είναι Μέλος ΣΕΠ Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πρόεδρος της Διυπουργικής Επιτροπής για τις Διεθνείς Συνεργασίες των ΟΤΑ, Υπουργείο Εσωτερικών





Source link

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.