Το στοίχημα του κ. Μητσοτάκη | Απόψεις


Μέσα στο κλίμα της βαθιάς σύγκρουσης κοινοβουλευτισμού και λαϊκισμού στο σημερινό Ηνωμένο Βασίλειο, η ομόφωνη απόφαση του 11μελούς Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας ήρθε να καταδείξει ότι οι θεσμοί μπορούν να αποτελέσουν ανάχωμα στις αυταρχικές τάσεις της εκτελεστικής εξουσίας. Προϋπόθεση είναι να έχουν κατακτήσει διαχρονικά την ανεξαρτησία τους και έτσι τον σεβασμό των άλλων και τον αυτοσεβασμό.

Με την απόφαση αυτή, οι 11 ανώτατοι Βρετανοί δικαστές αποφάνθηκαν ότι η εισήγηση του πρωθυπουργού προς τη βασίλισσα για αναστολή εργασιών του Κοινοβουλίου ήταν παράνομη και άκυρη. Αιτιολογώντας, έκριναν ότι η ασυνήθιστα μεγάλη διάρκεια της αναστολής περιόριζε σημαντικά τη δυνατότητα του νομοθετικού σώματος να ελέγξει την κυβέρνηση σε μια περίοδο που έχει δρομολογηθεί μια συνταγματικών διαστάσεων εξέλιξη όπως το Brexit. Σύμφωνα με την απόφαση, «κανένας λόγος και, πάντως, κανένας θεμιτός λόγος» δεν υπάρχει για τη μακρά αυτή αναστολή.

Αντικρούοντας την άποψη της κυβέρνησης ότι το θέμα δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα των δικαστηρίων, οι δικαστές τόνισαν ότι, πρώτον, όταν δεν λειτουργεί το Κοινοβούλιο η κυβέρνηση δεν λογοδοτεί σε αυτό και συνεπώς, εάν δεν παρέμβουν τα δικαστήρια, όταν θα συνέλθει μετά την αναστολή η Βουλή θα είναι πολύ αργά («σαν να κλείνει η Βουλή την πόρτα του στάβλου αφού έχει φύγει το άλογο)». Δεύτερον, το γεγονός ότι η κυβέρνηση είναι πολιτικά υπόλογη προς το Κοινοβούλιο δεν σημαίνει ότι δεν υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο εάν κριθεί ότι παραβιάζει το Σύνταγμα. Και τρίτον, η δικαστική παρέμβαση δεν παραβιάζει τη διάκριση των εξουσιών αφού τα δικαστήρια, διασφαλίζοντας ότι η κυβέρνηση δεν θα εμποδίσει το Κοινοβούλιο να λειτουργήσει, δεν καταργούν αλλά ενισχύουν τη διάκριση των εξουσιών.

Η νομική και πολιτική σημασία της απόφασης είναι τεράστια. Κατ’ αρχήν, σε καθαρά νομικό επίπεδο είναι μια καινοφανής απόφαση. Τα δικαστήρια στις σύγχρονες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες αποφεύγουν, και ορθά, να αναμειγνύονται σε θέματα που αφορούν τις κοινοβουλευτικές διαδικασίες (π.χ. διάλυση της Βουλής ή αναστολή των εργασιών της κ.λπ.) θεωρώντας ότι τα ζητήματα αυτά ανήκουν στην αρμοδιότητα των πολιτικών λεγόμενων εξουσιών και των μεταξύ τους σχέσεων. Το Ανώτατο Δικαστήριο, όμως, διαπίστωσε ότι αυτή είναι μια εξαιρετική περίπτωση που ελπίζει να μη συμβεί και στο μέλλον. Είναι χαρακτηριστικό ότι το Ανώτατο Δικαστήριο χρειάσθηκε, για να βρει νομολογιακό προηγούμενο, να ανατρέξει αρκετούς αιώνες πίσω, στην περίοδο του εμφυλίου πολέμου, όταν η διάλυση του αγγλικού Κοινοβουλίου από τον τότε βασιλιά ακυρώθηκε από το δικαστήριο ως παράνομη. Το γεγονός ότι αυτή ήταν η περίοδος που οδήγησε στον αποκεφαλισμό του τότε βασιλιά, αποτελεί ένδειξη της κρισιμότητας της περιόδου που διέρχεται σήμερα η χώρα αυτή.

Είναι, όμως, προφανές ότι η πολιτική σημασία της απόφασης είναι ακόμη μεγαλύτερη. Το δικαστήριο δεν έκρινε απλώς άκυρη μια ιδιαίτερα σημαντική κυβερνητική απόφαση. Αποφάνθηκε ουσιαστικά ότι α) ο πρωθυπουργός της χώρας είπε ψέματα ως προς τους πραγματικούς λόγους της αναστολής των εργασιών του Κοινοβουλίου, β) συνειδητά παρεμπόδισε τη Βουλή να ασκήσει το έργο της και γ) στην πράξη του αυτή παρέσυρε τη βασίλισσα προβάλλοντας ανύπαρκτους λόγους. Και αυτές οι κρίσεις διατυπώθηκαν ομόφωνα από 11 δικαστές διαφορετικής νομικο-πολιτικής θεώρησης, τους οποίους κανένας δεν μπορεί να κατηγορήσει για κομματικές σκοπιμότητες, πόσο μάλλον που κάποιοι από αυτούς έχουν φιλοσοφία που βλέπει ευνοϊκά τη διεύρυνση του πεδίου δράσης της εκτελεστικής εξουσίας.

Αναμφίβολα, το Ηνωμένο Βασίλειο αντιμετωπίζει μια οξύτατη πολιτική και θεσμική κρίση που κανείς δεν γνωρίζει πού θα καταλήξει. Το χειρότερο ίσως είναι πως ο Βρετανός πρωθυπουργός (και μία όχι ευκαταφρόνητη μερίδα των ΜΜΕ και της κοινής γνώμης) δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται το μέγεθος του ατοπήματος για το οποίο βρέθηκε ένοχος από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας του ούτε τη βαρύτητα των ευρημάτων του σώματος. Η ασφαλέστερη ένδειξη ότι μια χώρα βρίσκεται σε περίοδο οξείας κρίσης είναι όταν συμβαίνουν άνευ προηγουμένου δραματικές εξελίξεις –που σε κάθε άλλη περίοδο θα οδηγούσαν τουλάχιστον στην παραίτηση μιας κυβέρνησης– και όμως όσοι μετέχουν σε αυτές τις εξελίξεις δεν αντιλαμβάνονται τη δραματική αντικανονικότητα των όσων συμβαίνουν, ίσως γιατί έχουν σταδιακά συνηθίσει στα κλιμακούμενα θεσμικά ατοπήματα. Και αυτό είναι δίδαγμα για όλους τους λαούς και όλα τα κράτη.

ΥΓ. Για όσους αναρωτιούνται εάν στην Ελλάδα θα έπρεπε να υπάρξει ένας τέτοιος δικαστικός ακτιβισμός, η απάντηση είναι διπλή: πρώτον, ας ευχηθούμε να μη φθάσουμε ποτέ σε μια τέτοια ανάγκη παρέμβασης των δικαστηρίων. Και δεύτερον, εάν ποτέ φθάσει, να έχουν γίνει τα δικαστήρια αξιόπιστα και ανεξάρτητα όχι μόνο έναντι των άλλων εξουσιών αλλά και έναντι εαυτών.

* Ο κ. Θάνος Παπαϊωάννου είναι τ. γενικός γραμματέας της Βουλής (2009-2015), συγγραφέας βιβλίου με τίτλο «Πολιτική και Δικαιοσύνη στη δίνη του Brexit».





Source link

Αφήστε μια απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.