Γ. Ανδρουτσόπουλος: Συνταγματική αναθεώρηση και Εκκλησία, μία ακόμη χαμένη ευκαιρία; | ΠΟΛΙΤΙΚΗ

vouli--9-thumb-large-thumb-large-thumb-large--2


Με την εκλογή διακομματικού προεδρείου ξεκίνησαν τυπικώς την Παρασκευή 20/9 οι εργασίες της Αναθεωρητικής Επιτροπής του Συντάγματος, οι οποίες θα ολοκληρωθούν, κατά τον προγραμματισμό, περί το τέλος Οκτωβρίου. Στα υπό αναθεώρηση άρθρα περιλαμβάνεται και αυτό που διακανονίζει τις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας (άρθρο 3), με την απόφαση της προτείνουσας Βουλής για την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου να συγκεντρώνει από 156 μέχρι 171 ψήφους κατά περίπτωση, αναλόγως με τις επιμέρους διατάξεις του.

Στο πλαίσιο αυτό, η αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή αποφάσισε, έπειτα από πρόταση της μείζονος αξιωματικής αντιπολίτευσης, να «αφιερωθεί» μία συνεδρίαση ειδικώς για το θέμα των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας («Κ», 21/9).

Εισαγωγικώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η αναθεωρητική Βουλή που προέκυψε από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου χρειάζεται αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών για να προχωρήσει σε αναθεώρηση του άρθρου 3 προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Και τούτο, διότι η απελθούσα κυβέρνηση δεν επεδίωξε την όλως αναγκαία, ευρύτερη δυνατή συναίνεση γύρω από το σοβαρό αυτό ζήτημα, καθώς με την πρότασή της για την εισαγωγή στο Σύνταγμα μιας αμφίσημης και εξ αυτού, περιττής ρήτρας για την «κρατική θρησκευτική ουδετερότητα», μηδένισε εξαρχής τα όποια περιθώρια σύγκλισης…

Με τα δεδομένα αυτά, είναι προφανές ότι οι κοινοβουλευτικοί συσχετισμοί επιτρέπουν την αναθεώρηση του άρθρου 3 μόνο με πρωτοβουλία της κυβέρνησης της Ν.Δ.

Επειδή, όμως, τα ζητήματα των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας είναι σύνθετα και ειδικότατα, η αντιμετώπισή τους επιβάλλεται να γίνεται όχι εκ του προχείρου, αλλά, όπως είχα την ευκαιρία προσφάτως να υποστηρίξω μέσα από τη φιλόξενη «Κ» («Η Εκκλησία και το εκλογικό αποτέλεσμα», 13.7.2019, σ. 13), με βάση έναν μακρόπνοο σχεδιασμό, χωρίς τετελεσμένα και αιφνιδιασμούς ένθεν κακείθεν. Η κατάσταση που έχει σήμερα διαμορφωθεί δεν εξυπηρετεί αυτή τη στόχευση. Ωστόσο, προκειμένου να μη χαθεί τελείως η ευκαιρία της αναθεώρησης, υπάρχει το περιθώριο για δύο διορθωτικές παρεμβάσεις, οι οποίες έχουν εξασφαλίσει έστω ένα minimum συναίνεσης: ο λόγος για την προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης υπό το άρθρο 3 και η κατάργηση της παρ. 3 για τη μετάφραση της Αγίας Γραφής. Πιο συγκεκριμένα:

1. Η εννοιοδότηση του όρου «επικρατούσα» θρησκεία και ειδικώς, η κανονιστική βαρύτητα και διάστασή του έχει προκαλέσει κατά καιρούς και με διάφορες αφορμές μία έντονη διχοστασία. Ετσι, για την άρση των ερμηνευτικών δυσχερειών που ο όρος αυτός, έστω ανεπίγνωστα, συχνά προκαλεί, προκρίνεται ως δόκιμη λύση η προσθήκη, κατά πάγια θέση της επιστήμης, ερμηνευτικής δήλωσης ότι η συγκεκριμένη διάταξη «δεν περιορίζει την κανονιστική εμβέλεια του άρθρου 13» περί θρησκευτικής ελευθερίας…

2. Η παρ. 3 του άρθρου 3 απαγορεύει την επίσημη μετάφραση της Αγίας Γραφής σε άλλο γλωσσικό τύπο, χωρίς την έγκριση της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αφορμή για τη συνταγματική αυτή πρόβλεψη, η οποία αποτέλεσε καινοτομία του Συντάγματος 1911 (άρθρο 2 παρ. 2), υπήρξαν τα αιματηρά γεγονότα του 1901, τα λεγόμενα «Ευαγγελιακά», που έλαβαν χώρα λόγω της μετάφρασης του Ευαγγελίου στη δημοτική. Εν απουσία, πάντως, κυρωτικής νομοθετικής διάταξης, προβάλλει εύλογη η διαπίστωση του αντεισαγγελέα Πλημ/κών Πατρών Π. Αρσένη, ο οποίος, σε υπηρεσιακή αναφορά του έτους 1954, σημειώνει: «Η τήρησις της απαγορεύσεως ταύτης […] επαφέθη εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων…».

Κατά τη συζήτηση του Σχεδίου Συντάγματος 1975, έγινε, όπως ήταν φυσικό, αναφορά και στο συγκεκριμένο ζήτημα, το οποίο «προβλημάτισε» το Κοινοβούλιο. Ειδικότερα, ο βουλευτής της Ενωσης Κέντρου Ε. Παπανούτσος εισηγήθηκε την απάλειψη της ρύθμισης, η οποία είναι «επιβίωσις μιας παλαιάς ιστορίας…». Σε κάθε περίπτωση, προτάθηκε, εφόσον προκρινόταν η διατήρησή της, να διευκρινιστεί ότι η απαγόρευση δεν αφορά σε κάθε μετάφραση, αλλά καταλαμβάνει μόνο την «επίσημη» μετάφραση, όπερ και εγένετο τελικώς…

Αν και η συνταγματική αυτή πρόβλεψη αποτυπώνει μια συγκεκριμένη ιστορική εμπειρία, νομίζω ότι η γλώσσα της Αγίας Γραφής εμπίπτει στα interna corporis της Ορθόδοξης Εκκλησίας και συνεπώς, μπορεί, ελλείψει πλέον και των σχετικών προς τούτο ιστορικών συνδηλώσεων, να μην ανήκει στις πρόνοιες του συνταγματικού νομοθέτη…

Με τις παρεμβάσεις αυτές, ίσως διασωθεί το αναθεωρητικό momentum…

* Ο κ. Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και δικηγόρος.





Source link

Αφήστε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.