Μεσημεριανό στη σκιά ενός τζαμιού, στο Σκούταρι της Πόλης | Ελλάδα

Μεσημεριανό στη σκιά ενός τζαμιού, στο Σκούταρι της Πόλης | Ελλάδα



Το Σκούταρι, στην ασιατική πλευρά της Πόλης, από το φέρι μποτ.

«Θες να φάμε μεσημεριανό σε ένα παραδοσιακό εστιατόριο, στη σκιά ενός καταπληκτικού τζαμιού που σχεδίασε ο περίφημος αρχιτέκτων Σινάν;» μου πρότεινε Αμερικανός φίλος που ζει εδώ και τέσσερις δεκαετίες στην Κωνσταντινούπολη. Εννοείται πως πέταξα τη σκούφια μου. Είναι από εκείνους τους ανθρώπους που μπορεί να σου δείξει τα κρυφά διαμάντια της Πόλης, χωμένα σε ανηφόρες, κατηφόρες, σοκάκια, προκυμαίες, κοντολογίς μέσα στο χάος της. «Τότε θα πάμε στο Σκούταρι», συνέχισε. Η διαδρομή με το φέρι μποτ από την ευρωπαϊκή στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου κράτησε μόλις 20 λεπτά, με σμήνη γλάρων για συντροφιά. Ωσπου φθάσαμε στην αποβάθρα και είδαμε την ολοστρόγγυλη, κομψή σιλουέτα του τεμένους της Μιχριμάχ σουλτάνας.

«Ξέρεις τη ρομαντική ιστορία που λένε οι Τούρκοι;» ρώτησε ο φίλος. «Η Μιχριμάχ ήταν η αγαπημένη κόρη του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς και ο Σινάν ήταν τρομερά ερωτευμένος μαζί της, αλλά βέβαια δεν είχε ελπίδες να τον επιλέξει. Σχεδίασε ένα ακόμη τζαμί για χάρη της, στην ευρωπαϊκή πλευρά της Πόλης, στο Εντιρνέκαπι. Στις 21 Μαρτίου, στα γενέθλιά της, ο ήλιος δύει ακριβώς πίσω από εκείνο το τέμενος και βγαίνει το φεγγάρι από εδώ όπου στεκόμαστε τώρα. Είχε προσανατολίσει τέλεια τα οικοδομήματά του».



Το μαγειρείο αυτό ξεκίνησε να λειτουργεί το 1933.

Δίπλα στο τζαμί βρίσκεται και το παραδοσιακό εστιατόριο Kanaat Lokantasi, που λειτουργεί στο σημείο αυτό από το 1933. Τίποτε εντυπωσιακό ως προς την εμφάνιση. Μόλις περάσεις το κατώφλι, όμως, καταλαβαίνεις πως θα δώσεις μια απέλπιδα μάχη με τους πειρασμούς της οθωμανικής κουζίνας. Ολα ήταν έτοιμα και σε περίμεναν πίσω από τις βιτρίνες. Μπαίνοντας δεξιά έβλεπες τα γλυκίσματα, μια υπόμνηση ότι πρέπει να κρατήσεις χώρο για το τέλος του γεύματος: τα καζάντιμπι, τα ασουρέ, τους κιουνεφέδες, τους χαλβάδες, τα φιρίν σουτλάτς (υβρίδιο ρυζόγαλου και κρεμ μπριλέ) και τα σεκέρ παρέ.

Αμέσως μετά, κοντοσταθήκαμε στις βιτρίνες με τους κρύους μεζέδες. Από γεμιστές αγκινάρες και πιπεριές, όσπρια, μέχρι ντολμάδες και σαρμάδες. Απέναντι ήταν τα ζεστά φαγητά, μαζί με την ψησταριά με τον γύρο και τα κεμπάπ. Κατσαρόλες με αχνιστές σούπες. Μεταλλικές φόρμες με χιουνκιάρ μπεγεντί, αρνάκι με μπεσαμέλ, κεφτέδες καντίν μπουντού (μετάφραση: το μπούτι της γυναίκας). Ομολογουμένως, το δυσκολότερο ήταν η επιλογή. Ο,τι και αν δοκιμάσαμε ήταν εξαιρετικό. Το μόνο πράγμα που δεν σερβίρεται εκεί είναι το αλκοόλ. Φεύγοντας, ένας σερβιτόρος μάς άνοιξε την πόρτα και μας έβαλε κολόνια λεμόνι στα χέρια, κάτι που συνηθίζεται, όχι τόσο στην Πόλη όσο στην υπόλοιπη Τουρκία. Στον γυρισμό, η αντανάκλαση του ήλιου που έδυε στην ευρωπαϊκή πλευρά είχε βάλει «φωτιά» στα τζάμια των παραθύρων.





Source link

Αφήστε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.