Οι Ελληνες πάνε σχολείο | Απόψεις

Η Ελλάδα σε υπερκόπωση | Απόψεις


Ξαναδιαβάζω ύστερα από κάτι δεκαετίες το «The Greeks» του Κίττο. Στα ελληνικά κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κάκτος. Ο Κίττο εκτός από σημαντικός ελληνιστής είναι και απολαυστικός συγγραφέας. Οσα κι αν έχεις διαβάσει για την ιστορία του ελληνικού πολιτισμού, για τις σχέσεις του με το πολιτισμικό του περιβάλλον, η δική του ματιά δεν χάνει τη ζωντάνια της και την πρωτοτυπία της. Αναρωτιέμαι πώς κανείς δεν σκέφθηκε να εντάξει το βιβλίο του στο πρόγραμμα της μέσης εκπαίδευσης. Εχω κι εγώ κάτι απορίες θα μου πείτε. Η διδασκαλία των ελληνικών έχει επιζήσει σαν υποχρέωση, σαν τη διαχείριση μιας κληρονομιάς που σε φόρτωσε με τα χρέη των προηγούμενων γενεών. Η αποπληρωμή τους στην εφορία της σύγχρονης σκέψης χρεώνεται με το βαρύ επιτόκιο του χρόνου και του κόπου που δεν έχει άμεση απόδοση. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να μισήσουν τα παιδιά και τα ελληνικά και τον ελληνικό πολιτισμό.

Κρατώ μια σκέψη που είναι κεντρική στον τρόπο που ερμηνεύει ο Κίττο τη γέννηση του ελληνικού πολιτισμού. Πριν από τους Ελληνες, και οι Αιγύπτιοι και οι πολιτισμοί της Ανατολής είχαν κοινωνική οργάνωση και έφτιαξαν μεγάλη τέχνη. Απλώς, δεν είχαν τον τρόπο για να μεταφράσουν το πέρασμα του χρόνου σε εμπειρία ζωής. Τίποτε δεν άλλαζε από τη μια γενιά στην άλλη. Η πρώτη μεγάλη επινόηση του ελληνικού πολιτισμού υπήρξε η λογοτεχνία. Οι Ελληνες, λέει ο Κίττο, επινόησαν όλα τα είδη της λογοτεχνίας, εκτός από το μυθιστόρημα. Ετσι μπόρεσαν να μεταμορφώσουν τον χρόνο σε ανθρώπινη εμπειρία. Από το έπος στην τραγωδία, στην Ιστορία, στις μεγάλες φιλοσοφικές οικοδομές και στη ρητορική. Κάθε γενιά αξιοποιεί την καταγραφή της εμπειρίας για να ανακαλύψει τον δικό της κόσμο. Οι «αεί παίδες» του Τίμαιου δεν ήσαν ούτε συντηρητικοί ούτε προοδευτικοί. Ησαν ανήσυχοι. Δεν είναι τυχαίο ότι η αποχύμωση της διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών στην εκπαίδευση συνδυάζεται, και όχι μόνον παρ’ ημίν, με τη γενικότερη υποβάθμιση της λογοτεχνίας. Η κεντρική αυτή δραστηριότητα του πολιτισμού μας είναι απαξιωμένη. Ανήσυχη και βέβηλη, δεν προσφέρεται για θέμα στην έκθεση ιδεών, όπως η κοινωνιολογία για παράδειγμα. Και η «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη και το εγχειρίδιο κοινωνιολογίας είναι βιβλία. Ομως η σχέση τους είναι ίδια με τη σχέση που έχει ο αγοραίος έρωτας με τον έρωτα.

Το μυαλό δεν παίρνει καμία στροφή αν το παιδί μάθει ότι αυτούς που οι πατεράδες μας ονόμαζαν γύφτους ή τσιγγάνους, εμείς τους λέμε Ρομά. Απλώς προσαρμόζεται στον νέο κομφορμισμό της προόδου. Και οι κομφορμισμοί, προοδευτικοί ή συντηρητικοί, όπως και οι φανατισμοί, ποτέ δεν τα πήγαιναν καλά με την ανησυχία της λογοτεχνίας, τη μεγάλη κατάθεση των Ελλήνων στην ευρωπαϊκή παιδεία.





Source link

Αφήστε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.