Σαν ένα αφήγημα χωρίς σημεία στίξης | Απόψεις

Πανεπιστημιακό άσυλο για ποιους; | Απόψεις


Δεν ήταν ακριβώς προσφώνηση το «μανάρι μου», με το οποίο απευθυνόταν στον συνομιλητή του. Από την ακριβή του κόρη, Κατερίνα, μέχρι τους φίλους του, ανθρώπους που τους γνώριζε και αισθανόταν οικειότητα μαζί τους. Αλλοτε είχε έναν τόνο προσωπικής τρυφερότητας, άλλοτε αφηρημένης. Δεν είχε σημασία αν απέναντί του βρισκόταν γυναίκα ή άνδρας. Είχε κάτι πατρικό, στοργικό, κατανόησης για τα μικρά, καθημερινά, απρόβλεπτα και ασυνάρτητα. Μπορεί με το «μανάρι μου» να δήλωνε τη διαφωνία του ή να διόρθωνε μια ανακρίβεια. Ηταν ο τρόπος του να επικοινωνεί με τους άλλους; Ισως. Εκ των υστέρων, και ενώ ο Σταύρος Τσιώλης δεν είναι ανάμεσά μας, ηχεί κάπως παράδοξα, ακόμη, και παράτονα το «μανάρι μου».

Πέθανε στα 82 του, κατευοδώθηκε δημοσιογραφικά και διαδικτυακά με ωραία κείμενα και σχόλια γεμάτα αγάπη, το ιδιότυπο χιούμορ του δεν σταματούσε να έχει θεατές. Διαρκώς νεότερους, που μπορεί να μην έχουν δεσμούς με το ελληνικό σινεμά, έχουν όμως με τις ταινίες τού Σταύρου Τσιώλη. Εχουν αποστηθίσει και επαναλαμβάνουν διαλόγους από το

«Ας περιμένουν οι γυναίκες», γελούν με την ετερόκλητη συνάθροιση μουσικών στο νυχτερινό κέντρο του Μίμη «The River» στη Λιβαδειά στο «Φτάσαμεεε!…». Στο 58o Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (2017) προβλήθηκε η τελευταία ταινία του «Γυναίκες που περάσατε από δω». Είχαμε πάνω από δεκαετία (από το 2004) να δούμε δουλειά του. Παρά τα προβλήματα υγείας, έμοιαζε ακαταπόνητος στα 81 του χρόνια. Πληθωρικός, ποταμός σκέψεων και αφηγήσεων. Οπως έγραψα λίγο αργότερα («Κ» 9/12/2018): «Σαν ένα αφήγημα χωρίς σημεία στίξης είναι ο Σταύρος Τσιώλης. Από τότε που τον πρωτογνωρίσαμε ως σκηνοθέτη του κινηματογράφου μέχρι και σήμερα δεν υπάρχει ούτε τελεία ούτε κόμμα στη ζωή και στις ταινίες του. Με μια ανάσα διαρκείας μιλάει και κινηματογραφεί». Ιδιόρρυθμος, αξιοπρεπής, αυτάρκης, εντός και εκτός των κινηματογραφικών τειχών, δαιμονικός και δαιμόνιος.

«Κάνω μια προσπάθεια να επανασυνδεθώ με τη ζωή, με τον κόσμο. Γι’ αυτό και κάνω ταινίες. Γιατί υπάρχει από κάτω η βασανιστική ανάγκη της επικοινωνίας», έλεγε σε συνέντευξή του το μακρινό 1988. Παρέμεινε, όμως, η ανάγκη αυτή ώς το τέλος. Ετοιμαζόταν, μάλιστα, να γυρίσει «Το χιόνι», ένα παλαιότερο σενάριό του, το είχε ανακοινώσει κι αυτό. Για το μόνο που δεν έλεγε εύκολα κουβέντα ήταν για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε, όχι λίγες και όχι προς μια κατεύθυνση. Το επισημαίνει και ο στενός φίλος και συνεργάτης του Κωνσταντίνος Τζούμας σε πρόσφατο κείμενό του στα «Νέα» (24/07): «Ο Σταύρος Τσιώλης έδινε μαθήματα ζωής. Μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση –για εμάς που είμαστε σκόρπια μεγαλωμένοι– ο τρόπος που διαχειριζόταν τη ένδεια. Το γεγονός ότι μπορείς να περάσεις με τη φτωχή σύνταξη έναν μήνα και τα Σαββατοκύριακα να βγαίνεις έξω και να κάνεις το κομμάτι σου».

Θα τον υποτιμούσε η όποια εξιδανίκευση. Δεν του ταιριάζουν άσματα ηρωικά και πένθιμα. Οπως σάρκαζε με τις ταινίες του –και τον ίδιο του τον εαυτό– όπως αναποδογύριζε με ευστροφία, μελαγχολία και τρυφερότητα τους ελληνικούς μύθους, επιλέγοντας τα τοπία της ελληνικής επαρχίας για να αφηγηθεί τις παράδοξα πραγματικές ιστορίες του. Η ζωή του, όχι τυχαία, ήταν πλούσια σε φίλους. Ανάμεσά τους και ο Χρήστος Βακαλόπουλος που έφυγε πολύ νωρίς. Ενα απόσπασμα από τον αποχαιρετισμό του Κωστή Παπαγιώργη στον Βακαλόπουλο («Γεια σου Ασημάκη», 1994) επιλέγουμε για τον Σταύρο Τσιώλη. Με έναν περίεργο –ή μήπως όχι– τρόπο ο Τσιώλης φεύγοντας, καθημαγμένος από την ασθένεια τον τελευταίο καιρό, «έγινε» ο φίλος του.

«Πόσος Χρήστος υπήρχε σ’ αυτή τη λιπόσαρκη μορφή που έμενε διακριτικά στην όχθη της νύχτας και πρόσμενε υπομονετικά να διαβούνε οι ώρες και οι άνθρωποι, πόσο παρόν και πόσο απών ήταν αυτός ο σκληραγωγημένος ήρωας που θέρμαινε την καρδιά του με το κρύο φως μια αυτοεπίγνωσης, η οποία είχε διαισθανθεί τόσο καίρια το ανούσιο ώστε είχε την ευγένεια να το καταδικάζει με τις μακριές σιωπές του. Το φιάσκο της ζωής μας, η σκληρή φάρσα του εφήμερου που παίζεται ατελεύτητα σε βάρος όλων μας είναι ότι τελικά, κι αυτό το τελικά κρύβει πάντα μια κηδεία, πρέπει να θεωρήσουμε ισχυρά τεκμήρια ζωής τις λαθραίες στιγμές που ένας φίλος έζησε ή λησμόνησε πλάι μας χωρίς να έχει την πρόθεση να τις υπογράψει σαν διαθήκη».





Source link

Αφήστε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.