Η μυθιστορηματική ζωή της σταρ του «Όσα παίρνει ο άνεμος» που σβήνει τα 103 κεράκια της 

Η μυθιστορηματική ζωή της σταρ του «Όσα παίρνει ο άνεμος» που σβήνει τα 103 κεράκια της 




Η Ολίβια ντε Χάβιλαντ έχει επιλέξει να ζει στο Παρίσι, δεδομένης της λατρείας της για τη ζωή των Γάλλων. Κοντά της είναι λιγοστοί φίλοι και η κόρη της Ζιζέλ Γκαλάντ που απέκτησε από τον δεύτερο γάμο της, με τον συγγραφέα και δημοσιογράφο Πιερ Γκαλάντ.

Κατάφερε με επιμονή, δουλεύοντας σκληρά και κυρίως κάνοντας σοφές επιλογές, να γράψει μια σπουδαία ιστορία στο σινεμά και να κερδίσει και δύο Όσκαρ Α’ ρόλου, με τις ταινίες «Δώσε μου πίσω το Παιδί μου» (1946) και «Η Κληρονόμος» (1949).

Είναι λογικό να πιστεύουν οι περισσότεροι ότι η Ολίβια ντε Χάβιλαντ θα είναι μια γιαγιά που έχει απομονωθεί ζώντας με τις αναμνήσεις της, προσπαθώντας να τις βάλει σε μια σειρά, να απαλύνει τις δυσάρεστες καταστάσεις που έζησε με την αδελφή της, να κάνει έναν απολογισμό ζωής.

Κι όμως η εύθραυστη και μειλίχια Μέλανι του «Όσα Παίρνει ο Άνεμος» είναι ακριβώς το αντίθετο, είναι μία αγωνίστρια, που συνεχίζει να δίνει μάχες, όπως τον ιστορικό αγώνα που έδωσε το 1944 κόντρα στην πανίσχυρη Warner Bros, αλλάζοντας τους όρους εργασίας για άνδρες και γυναίκες ηθοποιούς, σπάζοντας το καταχρηστικό συμβόλαιό της από την εταιρία και δίνοντας την ευκαιρία στους συναδέλφους της να κάνουν ευνοϊκότερα συμβόλαια.

Έτσι, η Ολίβια, έχοντας συμπληρώσει έναν αιώνα ζωής και διατηρώντας έναν πρωτόγνωρο δυναμισμό και μία αίσθηση δικαιοσύνης έδωσε ακόμη μια δικαστική και ιδεολογική μάχη, για να υπερασπιστεί τα δικαιώματα τα δικά της και των συναδέλφων της, με αφορμή την τηλεοπτική σειρά «Feud», στην οποία περιγράφεται η διαμάχη της Τζόαν Κρόφορντ με την Μπέτι Ντέιβις και η συμπαράσταση της Ολίβια ντε Χάβιλαντ, προς την τελευταία.

Η υπεραιωνόβια ηθοποιός διαφώνησε με το στόρι της σειράς, παρότι αυτή η ίδια απεικονίζεται ιδιαιτέρως θετικά και κινήθηκε νομικά. Κάτι που δεν έκανε προς ίδιον όφελος, αλλά για να προασπίσει, για μια ακόμη φορά τα δικαιώματα των συναδέλφων της. Στη νομική διαμάχη της με την εταιρία παραγωγής στηρίχθηκε στην υπόθεση New York Times εναντίον Σάλιβαν (1964) για την οποία τα δικαστήρια αποφάσισαν ότι ένα δημόσιο πρόσωπο που έχει αντίρρηση με τον τρόπο που παρουσιάζεται στα ΜΜΕ, μπορεί να επιβάλει κυρώσεις εάν αποδείξει πρόθεση από τον δημοσιογράφο ή τον συγγραφέα, παρ’ ότι σε αντίστοιχες περιπτώσεις στο σινεμά και στην τηλεόραση δεν υπάρχει κάποια πρόβλεψη. Πέρυσι, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της.

Η Ολίβια ντε Χάβιλαντ γεννήθηκε την 1η Ιουλίου του 1916 στο Τόκιο από Βρετανούς γονείς, τον δικηγόρο Ουόλτερ ντε Χάβιλαντ και την ηθοποιό Λίλιαν Αυγούστα Ρόουζ. Οι γονείς της χώρισαν όταν αυτή ήταν μόλις τριών ετών και η μητέρα της βρέθηκε στη Σαρατόγκα της Καλιφόρνιας, μαζί με τα δυο παιδιά της, την Ολίβια και την Τζόαν. Το 1932, η 16χρονη Ολίβια είχε επιλεγεί για να παίξει στη σχολική παράσταση και ο αυστηρός πατριός της, την είχε προειδοποιήσει ότι αν παίξει στο θέατρο καλύτερα να μην επιστρέψει στο σπίτι. Η πεισματάρα Ολίβια έπαιξε και δεν γύρισε ποτέ στο σπίτι της. Στα 18 της η Ολίβια, ακόμη φοιτήτρια της δραματικής σχολής επιλέχθηκε να ερμηνεύσει τον ρόλο της Έρμα στο θεατρικό έργο «Όνειρο Θερινής Νυκτός» του Σαίξπηρ, που ανέβαινε εκείνη την εποχή σε ένα θέατρο της Καλιφόρνιας.

Έναν χρόνο μετά βρέθηκε με συμβόλαιο στη Warner και ξεκινά τη διαδρομή της στο σινεμά. Έχει την απίστευτη τύχη να παίξει σε οκτώ ταινίες δίπλα στον Έρολ Φλιν, ένα θρυλικό σταρ του Χόλιγουντ, που μπορούσε να απογειώσει την καριέρα οποιασδήποτε νεαρής ηθοποιού, που θα στέκονταν δίπλα του. Η Ολίβια ντε Χάβιλαντ έπαιξε με τον Έρολ Φλιν σε σπουδαίες και κλασικές, σήμερα, ταινίες, όπως την πειρατική εξωτική ρομαντική περιπέτεια «Κάπτεν Μπλαντ», το κλασικό «Ρομπέν των Δασών» και την εξωτική ρομαντική περιπέτεια «Η Επέλασις της Ελαφράς Ταξιαρχίας».

Το 1939 έρχεται η κορυφαία στιγμή της καριέρας της, καθώς ο περιβόητος παραγωγός του Χόλυγουντ Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ την επιλέγει για τον ρόλο της αδελφής της αθάνατης «Σκάρλετ Ο’ Χάρα», Μέλανι, στο «Όσα Παίρνει ο Άνεμος», αφού όμως έχει δημιουργηθεί ένα «χαριτωμένο» επεισόδιο, που θα αναθερμάνει την έχθρα με την αδελφή της Τζόαν Φοντέιν. Τι είχε συμβεί; Αρχικά η επιλογή του Σέλζνικ ήταν η Τζόαν Φοντέιν, η οποία όμως ήθελε για τον εαυτό της τον ρόλο της Σκάρλετ και όχι της Μέλανι. Για τον λόγο αυτό αποχώρησε επιδεικτικά από το τραπέζι των συζητήσεων, λέγοντας με περιφρόνηση για τον ρόλο αυτόν «να δοκιμάσετε την αδελφή μου». Έτσι, τελικά επιλέχθηκε η Ολίβια ντε Χάβιλαντ, η οποία θα κάνει μια ερμηνεία που θα «γράψει» στο πανί και στην ιστορία του σινεμά, δίπλα στους θρύλους Βίβιαν Λι και Κλαρκ Γκέιμπλ. Μάλιστα, η Ολίβια θα προταθεί και για το Όσκαρ β’ γυναικείου ρόλου, το οποίο όμως θα χάσει αναπάντεχα, για τα ήθη της εποχής, προς απογοήτευσή της, από την πρώτη μαύρη ηθοποιό που θα σηκώσει το χρυσό αγαλματίδιο, την Χάτι Μακ Ντάνιελ, η οποία υποδυόταν την νταντά των δυο κοριτσιών.

Η απογείωση της Ολίβια ντε Χάβιλαντ από την ταινία του Βίκτορ Φλέμινγκ, την έκανε ακόμη πιο αποφασιστική, βελτιώνοντας την ερμηνευτική της απόδοση και ακολουθώντας πάντα το ένστικτό της επιλέγει παραγωγές μόνο πρώτης κατηγορίας. Έτσι, θα προταθεί πέντε φορές για Όσκαρ, θα κερδίσει δυο φορές το Όσκαρ α’ ρόλου και θα κατακτήσει δικαίως την αναγνώριση και τον σεβασμό τόσο του κοινού όσο και των συναδέλφων της – κυρίως για τον αγώνα της έναντι των πανίσχυρων στούντιο που απελευθέρωσε σε μεγάλο βαθμό τους ηθοποιούς από τα δεσμά των σκληρών συμβολαίων, που επέβαλαν τα θηρία του Χόλιγουντ, οι πανίσχυροι, σκληροί και υπερσυντηρητικοί παραγωγοί.

Πέρα από τις ταινίες που πήρε τα Όσκαρ, το «Όσα Παίρνει ο Άνεμος» και τις πρώτες της επιτυχίες της με τον Έρολ Φλιν, η πρωταγωνίστρια είχε εξαιρετικές ερμηνείες και στις ταινίες «Το Μυστικό της Σαρλότ» (1964) του Ρόμπερτ Όλντριτς, «The Strawberry Blonde» (1941) του Ραούλ Γουόλς, «My Cousin Rachel» (1952) του Χένρι Κόστερ, «Η Ύαινα» (1942) του Τζον Χιούστον, «Σάντα Φε» (1940) του Μάικλ Κέρτιζ κ.ά.

Η κακή σχέση της Ολίβια ντε Χάβιλαντ με την αδελφή της Τζόαν Φοντέιν ξεκίνησε από τα παιδικά τους χρόνια και συνεχίστηκε μέχρι να διακόψουν κάθε επαφή μεταξύ τους το 1975. Ήταν τόσο το μίσος που είχε η μία προς την άλλη, που απαθανατίστηκε δημοσίως και στις εμφανίσεις τους για την παραλαβή των Όσκαρ, καθώς το βαρύτιμο αγαλματίδιο το κέρδισε μία φορά και η Φοντέιν, για το θρίλερ του Χίτσκοκ «Υποψίες». Όπως έχει καταγραφεί στα Όσκαρ του 1946, όταν η Ολίβια κέρδισε το πρώτο της βραβείο, η Φοντέιν την πλησίασε για να τη συγχαρεί και εκείνη την απέφυγε επιδεικτικά. Επίσης, είναι γνωστό ότι διεκδικούσαν συχνά τους ίδιους άνδρες, όπως τον εκκεντρικό μεγιστάνα Χάουαρντ Χιουζ, ενώ η Τζόαν Φοντέιν είχε γράψει στη βιογραφία της «Not Bed of Roses», «δεν θυμάμαι σε ολόκληρη την παιδική μου ηλικία μια πράξη καλοσύνης από την Ολίβια». Απ’ την άλλη, η ντε Χάβιλαντ προφανώς θεωρεί υπεύθυνη την αδελφή της για τη στάση του πατριού της, να τη διώξει από το σπίτι.

Πέρα όμως από την ταραχώδη σχέση της με την αδελφή της, πολυκύμαντες ήταν και οι ερωτικές της περιπέτειες. Εκτός από τον Χιουζ, υπήρξαν ιστορίες και με τον Τζον Χιούστον, τον Τζέιμς Στιούαρτ και άλλους διάσημους, μέχρι να κάνει το δεύτερο γάμο της, με τον Γάλλο δημοσιογράφο του Παρί Ματς, Πιέρ Γκαλάντ το 1953. Ένας από τους ερωτοχτυπημένους ήταν και ο Έρολ Φλιν, που έζησαν «κάποιες στιγμές πάθους», αλλά κατάφεραν κάτι σημαντικότερο, να διατηρήσουν για πάντα μία στενή φιλία.

Έπειτα από κάποια χρόνια το ασυναγώνιστο χαμόγελο του Έρολ Φλιν έδωσε τη θέση του στη περιπαιχτική σοβαρότητα και την ρώτησε τι θέλει τελικά να καταφέρει στη ζωή της, για να του απαντήσει εκείνη αφοπλιστικά: «Να με σέβονται, αν τα καταφέρνω σε μια δουλειά».







Source link

Αφήστε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.