Γ. Γκίκας: Πιο αναγκαία από ποτέ η ενίσχυση του ΥΠΕΞ | ΠΟΛΙΤΙΚΗ

22s1ypx


Ενώ η κοινή γνώμη δικαιολογημένα παρακολουθεί με εντεινόμενη προσοχή τις εξελίξεις στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, είναι πραγματικά εντυπωσιακό πως δεν γίνεται ουσιαστική συζήτηση για το γεγονός ότι το υπουργείο Εξωτερικών, ύστερα από δέκα χρόνια οικονομικής κρίσης, έχει περιέλθει σε οριακό σημείο υποστελέχωσης και αποδυνάμωσης και ότι αυτό επηρεάζει ουσιαστικά την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας μας.

Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, που βρίσκεται εκτεθειμένη σε πολλαπλές προκλήσεις στα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ενωσης και αντιμετωπίζει άμεσες απειλές κατά της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της, το υπουργείο Εξωτερικών αποτελεί την πρώτη γραμμή προστασίας και προώθησης των εθνικών συμφερόντων. Χωρίς έναν αποτελεσματικό μηχανισμό χάραξης και εφαρμογής της εξωτερικής της πολιτικής, η Ελλάδα είναι –αναπόφευκτα– λιγότερο ικανή να αντιμετωπίσει τις εξωτερικές απειλές εναντίον της ασφάλειάς της και των πολιτών της και να προλάβει ή να διαχειριστεί μια ενδεχόμενη εξωτερική κρίση. 

Πέραν, όμως, της διαχείρισης των εθνικών θεμάτων, σημαντικός είναι ο ρόλος του υπουργείου Εξωτερικών στην άσκηση δημόσιας, οικονομικής και πολιτιστικής διπλωματίας για τη θετική προβολή της χώρας και των θέσεών της, την προώθηση των ελληνικών εξαγωγών, την προσέλκυση επενδύσεων και τουριστικού ενδιαφέροντος, την προβολή της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς και την ενίσχυση των δεσμών με την ομογένεια. Οταν η διπλωματική υπηρεσία δεν διαθέτει τα κατάλληλα εργαλεία, τότε πλήττεται σημαντικά η συνολική εξωστρέφεια της χώρας, επηρεάζοντας αρνητικά και τις οικονομικές ροές προς την Ελλάδα. Αντί όμως το υπουργείο Εξωτερικών να αποτελεί έναν ουσιαστικό παράγοντα στον σχεδιασμό για την οικονομική ανόρθωση της χώρας, έχει εκ των πραγμάτων περιοριστεί ο ρόλος του, λόγω έλλειψης πόρων.

Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Από το 2009 έως το 2019, ο προϋπολογισμός του υπουργείου μειώθηκε κατά 47,06% από 489,63 σε 259,20 εκατομμύρια ευρώ, ενώ κατά την ίδια περίοδο, ο τακτικός προϋπολογισμός του κράτους μειώθηκε κατά 24,83%. Δηλαδή, ο προϋπολογισμός του υπουργείου Εξωτερικών, που αντιπροσωπεύει μόλις 0,52% του συνολικού τακτικού προϋπολογισμού του κράτους, υπέστη μείωση 2 φορές μεγαλύτερη από τον υπόλοιπο δημόσιο τομέα. Και αυτό, παρά το γεγονός ότι, ήδη από το 2009, το υπουργείο Εξωτερικών αντιμετώπιζε σημαντικές ελλείψεις σε ανθρώπινους πόρους και σε υλικοτεχνική υποδομή. Αυτό έχει οδηγήσει σε φαινόμενα ακραίας υποστελέχωσης. Οι κενές οργανικές θέσεις διπλωματικού προσωπικού αριθμούν 415 επί συνόλου 920, δηλαδή 45%. Αντίστοιχες είναι οι ελλείψεις σε όλους τους άλλους κλάδους προσωπικού, στους περισσότερους από τους οποίους δεν έχουν γίνει προσλήψεις για περίπου δεκαπέντε χρόνια.

Ομως, η οικονομική παράμετρος είναι μόνο μία πτυχή του προβλήματος. Οι αδυναμίες που απορρέουν από τις ελλείψεις ανθρώπινων πόρων εντείνονται από το γεγονός ότι το διοικητικό και οργανωτικό μοντέλο του υπουργείου είναι παρωχημένο, με μειωμένη εξωστρέφεια και περιορισμένη δυνατότητα ορθής αξιοποίησης έστω και του υφιστάμενου προσωπικού, καθώς παραμένει σχεδόν αναλλοίωτο από τη δεκαετία του 1990. Πέραν της ψηφιοποίησης, του εκσυγχρονισμού του συστήματος οικονομικής διοίκησης και άλλων λειτουργικών μεταρρυθμίσεων, που είναι εξαιρετικά σημαντικά στοιχεία για την εξασφάλιση μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας και διαφάνειας, απαιτείται ριζική μεταρρύθμιση των δομών και των διαδικασιών σχεδιασμού και εφαρμογής πολιτικής σε όλους τους τομείς, στοχοθέτησης, αξιολόγησης των δράσεων και του προσωπικού και ενίσχυσης της αξιοκρατίας.

Στην Ελλάδα της κρίσης ήταν δυστυχώς αναπόφευκτο οι αποδοχές των στελεχών του υπουργείου Εξωτερικών, που δεν είχαν αυξηθεί από το 2005, να μειωθούν κατά πάνω από 20% από το 2010. Αυτό, όμως, δεν δικαιολογεί τη γενικότερη υποβάθμιση των συνθηκών εργασίας και ιδίως φαινόμενα όπως το ότι τα στελέχη που υπηρετούν σε χώρες εκτός Ε.Ε. παραμένουν ουσιαστικά ανασφάλιστα, καθώς καλούνται να καταβάλλουν εξ ιδίων τα έξοδα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης για όλη την οικογένειά τους, με προοπτική να τους επιστραφούν μερικώς, έπειτα από πολυετή γραφειοκρατική διαδρομή, από τον ΕΟΠΥΥ.

Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι, παρά τις περικοπές, δεν έχει γίνει οργανωμένη προσπάθεια εξορθολογισμού των δαπανών και αύξησης των εσόδων. Δευτερεύον, αλλά εύληπτο παράδειγμα εν προκειμένω είναι η περιορισμένη άντληση πόρων από το ΕΣΠΑ, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να καλύψουν πολλές ανάγκες, όπως για τον εκσυγχρονισμό και την ενεργειακή προσαρμογή των κτιριακών υποδομών, που θα είχε εξοικονομήσει σημαντικά ποσά σε έξοδα ηλεκτροδότησης και θέρμανσης.

Είναι λοιπόν αναγκαίο η επόμενη κυβέρνηση, όποια και αν είναι αυτή, να θέσει άμεσα σε κίνηση μια διαδικασία εκσυγχρονισμού και ενίσχυσης του υπουργείου Εξωτερικών, καθώς τα οφέλη θα είναι πολλαπλάσια της απαιτούμενης επένδυσης, η οποία σε κάθε περίπτωση θα παραμείνει ένα εξαιρετικά μικρό ποσοστό του προϋπολογισμού του κράτους.

Προκειμένου να ολοκληρωθεί με επιτυχία, η μεταρρυθμιστική αυτή παρέμβαση οφείλει να ξεκινήσει άμεσα, αξιοποιώντας βέλτιστες διεθνείς πρακτικές, αλλά και την εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία των στελεχών του υπουργείου, και να μην εγκλωβιστεί σε ατελέσφορες, εμβαλωματικές αλλαγές της τελευταίας στιγμής στο νομοθετικό πλαίσιο λειτουργίας του, όπως έχει γίνει στο παρελθόν.

Αν και σύνθετο και ευαίσθητο, το έργο μεταρρύθμισης του υπουργείου Εξωτερικών δεν ξεπερνά τα διοικητικά και οικονομικά μέσα της χώρας μας. Αυτό που χρειάζεται είναι κυρίως μια νέα αντίληψη, οργάνωση και σαφής στοχοθέτηση. Θα μπορούσαμε δηλαδή σε διάστημα ενός έτους να αντιστρέψουμε τη σημερινή εικόνα και να κάνουμε αποφασιστικά βήματα προόδου. Αλλά γι’ αυτό χρειάζεται πρώτα και πάνω απ’ όλα πολιτική βούληση.

* Ο κ. Γιάννης Γκίκας είναι πρόεδρος Ενωσης Διπλωματικών Υπαλλήλων.





Source link

Αφήστε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.