Το Δημόσιο «κουρεύει» τις οφειλές του προς τους ιδιώτες | Ελληνική Οικονομία

Το Δημόσιο «κουρεύει» τις οφειλές του προς τους ιδιώτες | Ελληνική Οικονομία


Δύο μέτρα και δύο σταθμά ισχύουν για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές. Από τη μια πλευρά το ελληνικό Δημόσιο πληρώνει τόκο 3% στους προμηθευτές του, εφόσον καθυστερήσει να εξοφλήσει τα χρέη του ή εκκρεμεί απόφαση στα δικαστήρια, ενώ από την άλλη τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις πληρώνουν τόκο 8,76% και μάλιστα από την πρώτη μέρα καθυστέρησης.

Σε διάταξη που περιλαμβάνεται στο νομοσχέδιο για τον αιγιαλό το υπουργείο Οικονομικών επικαλούμενο μεγάλο δημοσιονομικό βάρος για τον προϋπολογισμό μειώνει το προβλεπόμενο επιτόκιο από 6% σε 3%. Συγκεκριμένα, συναρτά το επιτόκιο με το βασικό επιτόκιο κύριας αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ (0% από το 2016) προσθέτοντας ένα περιθώριο 3%.

Νομικοί κύκλοι υποστηρίζουν ότι η διάταξη αυτή αντίκειται στην οδηγία της Ε.Ε. σημειώνοντας ότι ενδεχομένως να κληθεί η κυβέρνηση να επαναφέρει το ποσοστό στα αρχικά επίπεδα, δηλαδή στο 6%. Οι ίδιοι κύκλοι σημειώνουν ότι υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας που προβλέπει ότι η διαφορά των δύο επιτοκίων μπορεί να είναι έως και 30%, εφόσον κρίνεται ότι υπάρχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος. Και σε αυτή την περίπτωση όμως η διαφορά είναι υπερδιπλάσια.

Πάντως, η υποχρέωση του Δημοσίου να καταβάλλει ετήσιο τόκο 6% στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του προς τους ιδιώτες δεν τηρείται. Μάλιστα, εάν η επιχείρηση ή ο φορολογούμενος καθυστερήσουν να πληρώσουν τις οφειλές τους, το χρέος καθίσταται ληξιπρόθεσμο και επιβάλλονται υψηλά επιτόκια αλλά και πρόστιμα, όπως προβλέπει η νομοθεσία. Αντίθετα, το ελληνικό Δημόσιο καθυστερεί να επιστρέψει τα οφειλόμενα χωρίς να έχει καμία επίπτωση. Με βάση τη νομοθεσία μετά την πάροδο 90 ημερών το Δημόσιο υποχρεούται να επιστρέφει εντόκως στον δικαιούχο τα οφειλόμενα, αλλά κάτι τέτοιο, όπως αναφέρουν μεγάλα λογιστικά γραφεία, δεν έχει συμβεί ποτέ.

Οσον αφορά τον χρόνο αξίωσης της τοκοφορίας τονίζεται πως, όπως και υπό το ισχύον νομικό πλαίσιο, «η τοκοφορία αξιώσεων κατά του Δημοσίου αρχίζει μόνο από την επίδοση του εκάστοτε δικογράφου, από τον διάδικο στον υπουργό Οικονομικών ή στο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο να γίνεται η επίδοση σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων. Ειδικές διατάξεις νόμου, οι οποίες προβλέπουν διαφορετικό χρόνο έναρξης τοκοφορίας, εξακολουθούν να ισχύουν, ενώ οι προτεινόμενες διατάξεις καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο και βαθμό κάθε φύσης υποθέσεις, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις των ιδιωτών για τόκο αναφέρονται, ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την έναρξη του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος άρθρου».

Σε αδιέξοδο οι επιχειρήσεις

Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων σε επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα αγγίζουν τα 891 εκατ. ευρώ, με αρκετές αιτήσεις να μην έχουν αξιολογηθεί από την υπηρεσία και να μην εμφανίζονται ως οφειλή. Οπως προκύπτει από τα στοιχεία, από τα 891 εκατ. ευρώ που ανέρχονται οι εκκρεμείς επιστροφές φόρου, για τα 734 εκατ. ευρώ καταγράφεται μεγάλη καθυστέρηση για την απόδοση των χρημάτων στους δικαιούχους. Συγκεκριμένα, 4.407 επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα περιμένουν την επιστροφή ΦΠΑ για διάστημα μεγαλύτερο των 90 ημερών. Το εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι ο μέσος χρόνος επιστροφής των σχετικών ποσών από το Δημόσιο σε μια επιχείρηση είναι 357 ημέρες. Δηλαδή, ένας ολόκληρος χρόνος! Φανταστείτε, λοιπόν, μια επιχείρηση που έχει αιτηθεί επιστροφή ΦΠΑ 100.000 ευρώ και το Δημόσιο της χρωστά για τις παρεχόμενες υπηρεσίες, για παράδειγμα προς ένα νοσοκομείο, 150.000 ευρώ. Δηλαδή, το σύνολο της οφειλής ανέρχεται στις 250.000. Τον ΦΠΑ θα τον λάβει στην καλύτερη περίπτωση σε 357 ημέρες, ενώ το νοσοκομείο θα ξεπληρώσει την οφειλή του σε περίπου έξι μήνες. Στο διάστημα αυτό η επιχείρηση θα πρέπει να πληρώσει φόρο εισοδήματος, ενδεχομένως ΕΝΦΙΑ, φόρο μισθωτών υπηρεσιών, τις ασφαλιστικές εισφορές καθώς και τα λειτουργικά της έξοδα (ΔΕΚΟ και μισθούς). Το πιθανότερο είναι αυτή η επιχείρηση να καθυστερήσει να πληρώσει τους εργαζομένους, να καθυστερήσει την πληρωμή του φόρου εισοδήματος και εντέλει να καταλήξει να είναι ληξιπρόθεσμος οφειλέτης του ελληνικού Δημοσίου. Το επόμενο βήμα είναι η επιχείρηση αυτή να καταστεί προβληματική και να ενταχθεί στη ρύθμιση των 12 δόσεων για την αποπληρωμή χρεών προς το Δημόσιο.

Ενα δεύτερο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι η κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να συμψηφίσει οφειλές προς την εφορία με επιστροφές φόρων γενικώς. Δηλαδή, μία επιχείρηση που έχει επιστροφή ΦΠΑ θα μπορούσε να μην πληρώσει φόρο εισοδήματος ή τις ασφαλιστικές εισφορές.

Τον Νοέμβριο το πρώτο κέντρο είσπραξης χρεών

Μετά τα ρεκόρ εισπράξεων (5,55 δισ.) το 2018, που προήλθαν από κατασχέσεις μισθών, συντάξεων και ρυθμίσεις οφειλών, η φορολογική διοίκηση θέλει φέτος να ξεπεράσει τα 6 δισ. Αυτός είναι και ο λόγος που θα συσταθούν δύο κέντρα είσπραξης οφειλών στις δύο μεγαλύτερες πόλεις της χώρας, οι υπάλληλοι των οποίων θα εξειδικευθούν στο αντικείμενο αυτό. Ουσιαστικά θα λειτουργούν ως εισπρακτικές εταιρείες με στόχο να μειωθούν τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο.

Το Κέντρο Είσπραξης Οφειλών (ΚΕΟΦ) Αττικής θα ξεκινήσει την 1η Νοεμβρίου του 2019 και οι επιχειρησιακοί του στόχοι είναι:

• Η επιδίωξη είσπραξης των οφειλών, οπουδήποτε στην επικράτεια, με τη λήψη στοχευμένων μέτρων για οφειλές που καθορίζονται, αρμοδίως, με συγκεκριμένα κριτήρια.

• Η διαχείριση χαρτοφυλακίου οφειλών ανεπίδεκτων είσπραξης.

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό της ΑΑΔΕ αυτοματοποιούνται οι διαδικασίες των κατασχέσεων, ενώ ταυτόχρονα η φορολογική διοίκηση θα ενημερώνεται αμέσως μόλις μία οφειλή καθίσταται ληξιπρόθεσμη. Οι φορολογικές αρχές θα έχουν πλήρη εικόνα για τις πληρωμές, τις ρυθμίσεις ή τις ληξιπρόθεσμες οφειλές και μέσω αυτοματοποιημένων διαδικασιών θα ενεργοποιούνται μέτρα αναγκαστικής είσπραξης, κατασχέσεις και πλειστηριασμοί, δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών ή και αυτεπάγγελτοι συμψηφισμοί.





Source link

Αφήστε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.