Νίκος Κ. Αλιβιζάτος: Η δεύτερη ψηφοφορία και τα διλήμματα του ΣΥΡΙΖΑ | ΠΟΛΙΤΙΚΗ

download--6


Το άρθρο 110 του Συντάγματος ορίζει ότι, στην πρώτη φάση της αναθεωρητικής διαδικασίας, η Βουλή αποφασίζει «σε δύο ψηφοφορίες που απέχουν μεταξύ τους έναν τουλάχιστον μήνα». Αυτό σημαίνει ότι, στην ψηφοφορία της περασμένης Πέμπτης, το μόνο που κρίθηκε οριστικά είναι το ποιες διατάξεις του Συντάγματος δεν αναθεωρούνται. (Γνωστότερη από αυτές είναι δίχως άλλο η απαγόρευση των ιδιωτικών πανεπιστημίων.) Απεναντίας, τίποτα δεν έχει κριθεί για τις διατάξεις που υπερψηφίστηκαν ακόμη και με πάνω από 180 ψήφους. Διότι την αναθεώρησή τους η Βουλή θα πρέπει να την ξαναψηφίσει από τις 15 Μαρτίου και μετά. Τούτο σημαίνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, με τους 145 βουλευτές του, έχει ακόμη περιθώρια να υπαναχωρήσει. Γιατί όμως να το κάνει;

Η συζήτηση αυτή θα είχε ακαδημαϊκό και μόνο ενδιαφέρον, αν η Νέα Δημοκρατία δεν είχε την πανέξυπνη ιδέα να υπερψηφίσει την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Και τούτο με την ελπίδα ότι, έχοντας όπως όλα δείχνουν την πλειοψηφία στην επόμενη Βουλή, θα αναθεωρήσει το άρθρο 32, προβλέποντας ότι στην τρίτη ψηφοφορία θα αρκούν 151 ψήφοι και όχι 180 όπως σήμερα. Ετσι, η Ν.Δ., ενισχυμένη και από το ότι δεν πέρασε τον κάβο των 151 ψήφων η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για αναθεώρηση του άρθρου 30 (που ορίζει ότι ο Πρόεδρος εκλέγεται μόνο από τη Βουλή), πιστεύει βάσιμα ότι τον Μάρτιο του 2020, θα μπορέσει να εκλέξει μόνη της τον διάδοχο του κ. Παυλόπουλου (ή να τον επανεκλέξει για δεύτερη θητεία), χωρίς να ζει με τον φόβο της «αυτόματης» διάλυσης της Βουλής. Υπενθυμίζεται ότι, εξαιτίας μιας τέτοιας διάλυσης, η χώρα οδηγήθηκε στις πρόωρες εκλογές του Ιανουαρίου του 2015. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, θα έχει αφαιρέσει από τον κ. Τσίπρα το πυρηνικής ισχύος όπλο που είχε ο ίδιος χρησιμοποιήσει κατά του κ. Σαμαρά, τον Δεκέμβριο του 2014, για να επισπεύσει την άνοδό του στην εξουσία.

Είμαι βέβαιος ότι ο σημερινός πρωθυπουργός έχει εξαιρετικούς νομικούς συνεργάτες. Και ότι οι τελευταίοι του έχουν εξηγήσει επαρκώς ότι η άποψη σύμφωνα με την οποία η σημερινή Βουλή (η προαναθεωρητική) δεσμεύει την επόμενη (την αναθεωρητική) όχι μόνον για το ποιες είναι οι αναθεωρητέες διατάξεις, αλλά και ως προς το περιεχόμενό τους, δεν έχει πιθανότητες να επικρατήσει. Και τούτο όχι μόνο γιατί η αντίθετη άποψη (ότι δηλαδή, επί της ουσίας της αναθεώρησης, η πρώτη Βουλή δεν δεσμεύει τη δεύτερη) ακολουθείται σταθερά στην πράξη εδώ και πάνω από εκατό χρόνια, ούτε καν γιατί την υποστηρίζει, επίσης από παλιά, η συντριπτική πλειονότητα των συνταγματολόγων. Αλλά κυρίως γιατί οι δικαστικές αποφάσεις τις οποίες επικαλούνται (ΑΕΔ 11/2003 και ΕΔΔΑ 15.6.2006, αμφότερες στην «υπόθεση Λυκουρέζου») πόρρω απέχουν από το να δέχονται αβασάνιστα αυτά τα οποία οι ως άνω τις πιστώνουν.

Κοντολογίς, όσο δίκιο και αν έχουν όταν επικρίνουν την κρατούσα ερμηνεία του άρθρου 110 για τα γνωστά τρωτά της (και σε αυτό τους ακολουθώ), οι νομικοί αυτοί ξέρουν πολύ καλά ότι, αν προηγουμένως δεν αναθεωρηθεί το άρθρο 110, οι πιθανότητες να επικρατήσει η ερμηνεία τους είναι μηδαμινές. Επομένως, για τον κ. Τσίπρα, το δίλημμα είναι ξεκάθαρο: ή θα υπαναχωρήσει από την αναθεώρηση του άρθρου 32 και θα κατηγορηθεί για αδίστακτο τακτικισμό, ή θα παραιτηθεί από το σπουδαιότερο όπλο που το Σύνταγμα του παρέχει αν αύριο βρεθεί στην αντιπολίτευση.

Η προσεκτική, πάντως, ανάγνωση των αποτελεσμάτων της ψηφοφορίας της Πέμπτης μπορεί να επιφυλάσσει εκπλήξεις. Θα άξιζε, για παράδειγμα, να δει κανείς ποιοι από τους 221 βουλευτές που ψήφισαν υπέρ της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ για αναθεώρηση του άρθρου 32 καταψήφισαν τις «παράπλευρες» προτάσεις του για το ίδιο θέμα (δηλαδή για την αναθεώρηση των άρθρων 34 παρ. 1, 35 παρ. 2 και 41 παρ. 5). Να πρόκειται απλώς για λάθος; Ή μήπως για προαναγγελία μιας επικείμενης υπαναχώρησης;

Κατά τα λοιπά, απογοητεύεται κανείς διαπιστώνοντας ότι, εκτός από το άρθρο 16, εκτός αναθεώρησης έμειναν τα άρθρα 90 (επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης) και 110 (τρόπος αναθεώρησης του Συντάγματος). Δεν βλέπω επίσης να καταργείται –με ευθύνη αυτή τη φορά και των δύο μεγάλων κομμάτων– το σκανδαλώδες προνόμιο των υπουργών να μπορούν να διωχθούν μόνο με απόφαση της Βουλής (παρότι το άρθρο 86 ψηφίστηκε στα αναθεωρητέα με πάνω από 250 ψήφους).

Απεναντίας, προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης του δικαιοκρατικού στοιχείου στο Σύνταγμα, είναι θετικό ότι συμπεριλαμβάνονται στα αναθεωρητέα το άρθρο 3 (θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους, γιατί άραγε δεν την ψήφισε ο κ. Λοβέρδος;), 62 (περιορισμός της βουλευτικής ασυλίας) και 101Α (συγκρότηση ανεξάρτητων αρχών).

Απομένει μία σειρά από προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ με έντονο ιδεολογικό πρόσημο. Αυτές δεν έχουν την παραμικρή πιθανότητα να ψηφιστούν από 180 βουλευτές στην επόμενη Βουλή. Οι προτάσεις αυτές αφορούν την ενίσχυση των κοινωνικών δικαιωμάτων (άρθρα 21 και 22), την επέκταση του θεσμού του δημοψηφίσματος (άρθρα 28, 44 και 73) και την κατοχύρωση της απλής αναλογικής (σε συνδυασμό με την εποικοδομητική ψήφο δυσπιστίας, άρθρα 54, 112 και 84). Ηταν αναμενόμενο ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς –όπως αυτοπροσδιορίζεται– να υποβάλει τέτοιες προτάσεις. Εντυπωσιάζει, εντούτοις, η ταχύτητα με την οποία αφομοιώνει τις δοκιμασμένες παλιές καλές πρακτικές των κομμάτων εξουσίας: βάζουμε στο Σύνταγμα όσο περισσότερες διατάξεις μπορούμε και μετά, δε βαριέσαι, ας τις αφήσουμε στην τύχη τους.

Προ ετών, ένας ιστορικός με νομικές σπουδές, ο Ευάνθης Χατζηβασιλείου, υποστήριξε την άποψη ότι οι μόνες επιτυχείς «αναθεωρήσεις» στη συνταγματική μας ιστορία ήταν αυτές του 1911 και του 1975. Διότι τις επέβαλαν στιβαροί ηγέτες (ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Κωνσταντίνος Καραμανλής αντιστοίχως), οι οποίοι επιπλέον διέθεταν μεγάλες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Αντίθετα, πάντοτε κατά τον εκλεκτό συνάδελφο, οι υπόλοιπες αναθεωρήσεις απέτυχαν γιατί ήταν άνευρες, αφού οι εμπνευστές τους δεν θέλησαν να σπάσουν αυγά.

Δεν είμαι βέβαιος ότι ο Χατζηβασιλείου έχει δίκιο. Βενιζέλος και Καραμανλής πέτυχαν διότι, αν και μπορούσαν να προχωρήσουν μόνοι, έλαβαν πολύ σοβαρά υπόψη τις απόψεις και όσων διαφωνούσαν μαζί τους. Ηξεραν προφανώς ότι, χωρίς ελάχιστη συναίνεση, καμιά αναθεώρηση δεν μπορεί να πετύχει. Πολύ σύντομα, ο κ. Τσίπρας θα έχει την ευκαιρία να δείξει αν το έχει αντιληφθεί.

* Ο κ. Νίκος Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.





Source link

Αφήστε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.