Ηλίας Λεκκός: 2010-2018: Μια κριτική αξιολόγηση της εποχής των μνημονίων | Ελληνική Οικονομία

2--22



Κατά την άποψή μου, η βαθύτατη και παρατεταμένη ύφεση ήταν αποτέλεσμα ενός εξαρχής εσφαλμένου σχεδιασμού της μνημονιακής πολιτικής.

Κ​​αθώς αρχίζουμε να απομακρυνόμαστε (χρονικά τουλάχιστον) από την περίοδο των μνημονίων, θεωρώ ότι είμαστε πλέον σε θέση να σταθούμε κριτικά απέναντι στα γεγονότα και τις αποφάσεις που καθόρισαν την πορεία της ελληνικής οικονομίας την τελευταία δεκαετία και να προσπαθήσουμε να απαντήσουμε μια σειρά από καίρια ερωτήματα.

Γιατί η κρίση διήρκεσε τόσο πολύ και κυρίως πέρα από τις αρχικές προβλέψεις των μνημονίων;

Το βασικό σκεπτικό των πρώτων μνημονίων ήταν ότι δύο ήταν τα κομβικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Αρχικά το υπερβολικό ύψος των πρωτογενών ελλειμμάτων (αλλά όχι του χρέους), το οποίο έως τα τέλη του 2009 δεν βασιζόταν σε αξιόπιστα στοιχεία και, κατά δεύτερον, η απώλεια ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας μετά την υιοθέτηση του ευρώ.

Σύμφωνα λοιπόν με τον αρχικό σχεδιασμό, οι Ελληνες θα έπρεπε να υποστούν σκληρά μέτρα τόσο δημοσιονομικής προσαρμογής (δηλαδή μειώσεις αποδοχών και συντάξεων και ραγδαίες αυξήσεις φόρων και εισφορών), όσο και διαρθρωτικής φύσης (που στην ουσία αφορούσαν μόνο την απελευθέρωση της αγοράς εργασίας). Με την εφαρμογή των μέτρων αυτών, το σκεπτικό ήταν ότι σε βάθος δύο ετών (δηλαδή κοντά στα τέλη του 2012) η Ελλάδα θα είχε αντιμετωπίσει τα βασικά της προβλήματα και θα μπορούσε, με εφαλτήριο τα πρωτογενή πλεονάσματα του προϋπολογισμού, να επιστρέψει στη χρηματοδότηση από τις αγορές.

– Δύο γεγονότα (πέρα από τις πολιτικές διεργασίες) οδήγησαν στη ριζική ανατροπή των αρχικών σχεδιασμών:

– Οι συνεχείς επανυπολογισμοί του ύψους του χρέους, το οποίο κατέληξε στα επίπεδα του 146% το 2010 και 172% το 2011. Τα αναθεωρημένα στοιχεία έθεταν το ύψος του συσσωρευμένου χρέους σε μη βιώσιμα επίπεδα, γεγονός που σήμαινε ότι ακόμη και μετά την επίτευξη πρωτογενών πλεονασμάτων η Ελλάδα θα εξακολουθούσε να μην έχει πρόσβαση στις αγορές για μακρό χρονικό διάστημα και σίγουρα όχι προτού ρυθμιστεί με αξιόπιστο τρόπο το συσσωρευμένο απόθεμα δημοσίου χρέους. Το δεύτερο γεγονός σχετίζεται άμεσα με την υποεκτίμηση των υφεσιακών επιπτώσεων των μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής στην ελληνική οικονομία. Κατά την άποψή μου, η βαθύτατη και παρατεταμένη ύφεση ήταν αποτέλεσμα ενός εξαρχής εσφαλμένου σχεδιασμού της μνημονιακής πολιτικής. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρομαι στο γεγονός ότι η ελληνική οικονομία και εν τέλει η ελληνική κοινωνία εκλήθησαν να επιτύχουν δύο εκ προοιμίου αντικρουόμενους και αλληλοαναιρούμενους στόχους: αυτούς της εσωτερικής υποτίμησης (για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας) από τη μία και της επίτευξης δημοσιονομικών πλεονασμάτων από την άλλη. Οι στόχοι αυτοί είναι αμοιβαία ασύμβατοι, καθώς η διαδικασία της εσωτερικής υποτίμησης προϋποθέτει μείωση μισθών, δαπανών ακόμα και τιμών (δηλαδή αντιπληθωρισμό). Ολες αυτές οι δυνάμεις οδηγούν σε μείωση της φορολογικής βάσης και των φορολογικών εσόδων, δηλαδή των στόχων για δημοσιονομική εξυγίανση. Για την αντιμετώπιση αυτού του εκ προοιμίου οξύμωρου επιβλήθηκαν φόροι υπερπολλαπλάσιοι της απαιτούμενης δημοσιονομικής προσαρμογής, με τεράστιες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Μόνο σε μια έκθεσή της η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παραδέχεται το σκεπτικό αυτό, χωρίς ιδιαίτερη όμως διάθεση προβληματισμού (βλ. European Commission, Occasional Papers 94/March 2012, The Second Economic Adjustment Programme for Greece). Αυτός είναι ο λόγος, άλλωστε, που η ιστορία της εσωτερικής υποτίμησης ξεχάστηκε από όλους τόσο γρήγορα και δεν έχει υπάρξει καμία αναφορά σε αυτή έκτοτε.

– Γιατί η ανάκαμψη (έστω και καθυστερημένη) υστερεί σε σχέση με την ανάκαμψη άλλων χωρών, που επίσης υπέστησαν τη διαδικασία των μνημονίων (Κύπρος, Πορτογαλία, Ιρλανδία);

– Για τρεις κυρίως λόγους: Πρώτον, γιατί οι υπόλοιπες χώρες μετά την έξοδό τους από τα μνημόνια πρέπει να τηρούν κάποιους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας πολύ πιο ευέλικτους και χαλαρούς, όπως σε σχέση με τις υποχρεώσεις της Ελλάδας για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% έως το 2022 και 2,2% έως το 2060, τα οποία μάλιστα θα χρησιμοποιούνται για την αποπληρωμή εξωτερικού χρέους. Δεύτερον, για τον απλούστατο λόγο ότι η διάρκεια και η ένταση της κρίσης ήταν τόσο σημαντικές ώστε να επηρεάσουν αρνητικά ολόκληρη την παραγωγική δυναμική της ελληνικής οικονομίας, με αποτέλεσμα τον πρακτικό περιορισμό της μακροχρόνιας τάσης μεγέθυνσής της. Τρίτο και ίσως πιο σημαντικό, η κρίση και συνεπακόλουθα η αδυναμία δανεισμού τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα αποκάλυψαν τις δομικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και της έλλειψης ενός βιώσιμου και ανταγωνιστικού οικονομικού μοντέλου.

– Ενα παραπλήσιο και στενά συσχετιζόμενο με το προηγούμενο ερώτημα είναι το γιατί η ανάπτυξη των τελευταίων δύο ετών (1,5% το 2017 και περί το 2% το 2018) δεν αφήνει το ίδιο θετικό αποτύπωμα στην καθημερινότητά μας, όπως συνέβαινε με την ανάπτυξη της προ κρίσης εποχής;

– Κατά την άποψή μου, για δύο βασικούς λόγους: Πρώτον, γιατί η ένταση και η διάρκεια της ύφεσης ήταν τόσο εκτεταμένες με αποτέλεσμα να συσσωρευθούν στην ελληνική οικονομία σημαντικά αποθέματα «αρνητικών ανισορροπιών», τα οποία αποτελούν τροχοπέδη σε οποιαδήποτε προσπάθεια φυγής προς τα εμπρός.

Ποια είναι αυτά τα συσσωρευμένα αρνητικά αποθέματα; Αυτά της αγοράς εργασίας με υψηλή ανεργία και πολλές χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, του δημόσιου χρέους (ύψους 180% του ΑΕΠ) και του ιδιωτικού χρέους (με 50% μη εξυπηρετούμενα δάνεια, 104 δισ. ευρώ χρέος προς το Δημόσιο, 35 δισ. ευρώ προς ασφαλιστικά ταμεία).

Ο δεύτερος λόγος συνδέεται με την προέλευση της ανάπτυξης. Η ανάπτυξη των τελευταίων ετών βασίζεται εν μέρει στην ιδιωτική κατανάλωση (σε αυτή θα αναφερθούμε λίγο αργότερα) και εν μέρει στην αργή αλλά σταθερή αύξηση των εξαγωγών. Ενώ λοιπόν η ανάπτυξη που βασίζεται στην κατανάλωση γίνεται αντιληπτή από όλους μας στην καθημερινότητά μας, το τμήμα της ανάπτυξης που προέρχεται από εξαγωγές είναι πολύ λιγότερο αντιληπτό. Αυτό συμβαίνει γιατί η εξαγωγική δραστηριότητα δεν αφορά τη μεγάλη πλειονότητα των ελληνικών επιχειρήσεων, αλλά είναι συγκεντρωμένη σε λίγους κλάδους και εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων, καθώς το 90% των εξαγωγών συντελείται από το 5% των επιχειρήσεων.

– Ποιες οι επιπτώσεις ενός οικονομικού μοντέλου βασισμένου στις εξαγωγές;

– Οι επιπτώσεις ενός νέου οικονομικού μοντέλου που θα έχει στο επίκεντρό του τις εξαγωγές θα είναι πολυεπίπεδες και σε κάποιες περιπτώσεις μη αναμενόμενες. Κατ’ αρχάς η στροφή της ελληνικής οικονομίας στις εξαγωγές θα είναι αρκετά επίπονη, καθώς σημαντικοί πόροι (ανθρώπινο δυναμικό, κεφάλαια και χρηματοδότηση) πρέπει να ανακατευθυνθούν από προστατευόμενους κλάδους της ελληνικής οικονομίας σε κλάδους με εξαγωγικές προοπτικές. Παράλληλα, ο ελληνικός επιχειρηματικός κόσμος θα συνειδητοποιήσει ότι μια ανάπτυξη βασισμένη σε εξαγωγές είναι πολύ λιγότερο επικερδής για τις επιχειρήσεις και τους επιχειρηματίες. Καθώς οι τιμές και τα περιθώρια κέρδους για τα εξαγωγικά προϊόντα προσδιορίζονται σε συνθήκες παγκόσμιου ανταγωνισμού, οι τιμές αντανακλούν τα μικρότερα δυνατά οριακά κόστη παραγωγής συμπιέζοντας τα περιθώρια κέρδους στο ελάχιστο δυνατό επίπεδο. Ταυτόχρονα, και οι αμοιβές των εργαζομένων στις εξαγωγικές επιχειρήσεις δεν μπορούν να αποκλίνουν σημαντικά από τις μεταβολές στην παραγωγικότητα της εργασίας. Συνεπώς, το προφανές αποτέλεσμα του νέου οικονομικού μοντέλου θα είναι μια ανάπτυξη περιορισμένης κερδοφορίας αλλά και μισθολογικών απολαβών. Τέλος, ακόμα και τα κρατικά έσοδα δεν θα ωφεληθούν ιδιαίτερα τόσο εξαιτίας των περιορισμένων εισοδημάτων και κερδών όσο και κυρίως της μη πληρωμής έμμεσων φόρων (ΦΠΑ κ.λπ.), καθώς αυτοί αφορούν μόνο την εγχώρια κατανάλωση και σε περίπτωση εξαγωγών επιστρέφονται στις επιχειρήσεις.

– Με βάση αυτά τα δεδομένα, πώς αναδιατάσσεται το ελληνικό επιχειρηματικό τοπίο;

– Αντιμέτωπο με τα νέα αυτά δεδομένα των σημαντικά μειωμένων κεφαλαιακών αποδόσεων, το ελληνικό επιχειρηματικό κεφάλαιο (στη μεγάλη του πλειονότητα) αποχωρεί από το ελληνικό οικονομικό γίγνεσθαι. Η αποχώρηση αυτή συντελείται τόσο με θεμιτούς όσο και –δυστυχώς– με αθέμιτους τρόπους. Στο θεμιτό άκρο της υποχώρησης των ελληνικών κεφαλαίων θεωρώ ότι εντάσσεται η πλειάδα των εξαγορών εύρωστων, κερδοφόρων και δυναμικών ελληνικών επιχειρήσεων από αντίστοιχές επιχειρήσεις και επενδυτικά κεφάλαια του εξωτερικού. Στον αντίποδα, μια άλλη μερίδα του επιχειρηματικού κόσμου αποχωρεί καιροσκοπικά, χρησιμοποιώντας ως τελευταία ευκαιρία προσωπικής οικονομικής εξασφάλισης την αθέτηση σημαντικών οικονομικών υποχρεώσεων προς τις τράπεζες, εργαζομένους, προμηθευτές, εφορία, ασφαλιστικά ταμεία…

– Ποια είναι τα αδύνατα σημεία της ανάκαμψης;

– Κατά τη γνώμη μου, δύο είναι οι βασικές πηγές προβληματισμού. Πρώτον, ότι η σταθεροποίηση και εν συνεχεία η ανάκαμψη της ιδιωτικής κατανάλωσης βασίζονται στην ανάλωση περιουσιακών στοιχείων του παρελθόντος και όχι στη δημιουργία νέων εισοδημάτων. Σε απλά ελληνικά, από το 2012 και μετά παρατηρείται αρνητική αποταμίευση, με αποτέλεσμα το 2017 η κατανάλωση να ξεπερνά τα τρέχοντα εισοδήματα των νοικοκυριών κατά 8,3 δισ. ευρώ. Η αρνητική αυτή αποταμίευση είχε ως αποτέλεσμα τη σταθεροποίηση της οικονομίας, ωστόσο το μεγάλο ερώτημα είναι για πόσο χρονικό διάστημα αυτή θα είναι διατηρήσιμη.

Ταυτόχρονα και οι καθαρές επενδύσεις (δηλαδή, επενδύσεις μείον αποσβέσεις) είναι αρνητικές. Αυτή η τάση αποεπένδυσης είναι άκρως ανησυχητική γιατί υπονομεύει τις μακροχρόνιες προοπτικές της χώρας μας. Πολλές δικαιολογίες έχουν προταθεί σε μια προσπάθεια ερμηνείας αυτού του φαινομένου, ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, δύο είναι οι παράγοντες που την αιτιολογούν. Πρώτα η έλλειψη εσωτερικής ζήτησης, καθώς ο ιδιωτικός τομέας θα προβεί σε επενδύσεις μόνο εάν είναι σίγουρος ότι υπάρχει ενεργός ζήτηση ικανή να απορροφήσει την αυξημένη παραγωγή. Και ο δεύτερος σχετίζεται με το ύψος των πραγματικών επιτοκίων, τα οποία ήταν και παραμένουν σε υψηλότατα επίπεδα. Ενα παντελώς αποσιωπημένο στοιχείο της ελληνικής κρίσης είναι ότι ενώ τα πραγματικά επιτόκια σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες ήταν από μηδενικά έως και βαθιά αρνητικά, η Ελλάδα είχε τα υψηλότερα πραγματικά επιτόκια από όλες τις ανεπτυγμένες οικονομίες.

– Ποιες πολιτικές μπορούν να μεταβάλουν ριζικά την υφιστάμενη κατάσταση;

– Η ανάλυση των παθογενειών και λαθών του παρελθόντος αποτελεί την καλύτερη πηγή άντλησης μαθημάτων για ένα καλύτερο μέλλον. Σε βραχυχρόνιο ορίζοντα, ο πρωταρχικός μοχλός επιτάχυνσης της ανάπτυξης πέραν του 2%, στο οποίο είμαστε εγκλωβισμένοι σήμερα, δεν μπορεί να είναι άλλος από τον «αναπτυξιακό επαναπροσδιορισμό» των πρωτογενών πλεονασμάτων. Σύμφωνα με το υφιστάμενο καθεστώς, πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ (ή 7 δισ. ευρώ περίπου) ετησίως θα εκταμιεύονται από την ελληνική οικονομία προς τους πιστωτές του εξωτερικού. Εάν μέρος του πλεονάσματος αυτού π.χ. 1,5% του ΑΕΠ δεσμευθεί για χρηματοδότηση έργων υποδομών, τότε το μέγεθος του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων θα διευρυνόταν από τα επίπεδα των 6,7 δισ. ευρώ σήμερα σε ένα δυνητικό επίπεδο 10 δισ. ευρώ. Ακόμα και με συντηρητικές υποθέσεις, η πολιτική αυτή θα επέτρεπε στο ΑΕΠ να κινηθεί με ρυθμούς αύξησης περί το 3,5%-4%, ενώ ταυτόχρονα θα συνέβαλλε στον περιορισμό της σοβούσας κρίσης ρευστότητας στην οικονομία.

Παράλληλα, πρέπει να αντιμετωπισθούν τα συσσωρευμένα αρνητικά αποθέματα στα οποία αναφέρθηκα προηγουμένως. Η βελτίωση της ανάπτυξης θα βοηθήσει στην αποκλιμάκωση της ανεργίας, ωστόσο τα δύο άλλα αρνητικά αποθέματα, αυτά του δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, χρήζουν πιο ρηξικέλευθων και τολμηρών λύσεων από αυτές που έχουν προταθεί έως τώρα.

Τέλος, σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα πρέπει να διασφαλισθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Σε καθεστώς νομισματικής ένωσης –όπως αυτό της Ευρωζώνης– βελτίωση της ανταγωνιστικότητας μπορεί να επιτευχθεί μέσω του χαμηλότερου πληθωρισμού έναντι των υπολοίπων μελών της Ενωσης. Συνεπώς, μια φαινομενικά ακραία αλλά τεράστιας στρατηγικής σημασίας πρόταση πολιτικής είναι η δέσμευση όλων στη διαχρονική επίτευξη πληθωρισμού χαμηλότερου του μέσου όρου της Ευρωζώνης κατά 0,5%. Βραχυχρόνια οι επιπτώσεις του μέτρου αυτού θα είναι απειροελάχιστες. Ωστόσο, μακροχρόνια η συσσώρευση ανταγωνιστικότητας θα είναι τόσο σημαντική, ώστε να εξασφαλίσει την παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη ως ισότιμο και επιτυχημένο μέλος.

* Ο κ. Ηλίας Λεκκός είναι επικεφαλής Οικονομικής Ανάλυσης & Επενδυτικής Στρατηγικής της Τράπεζας Πειραιώς.





Source link

Αφήστε ένα σχόλιο

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.